Οι παρατηρήσεις της HIAS Greece επί του σχεδίου νόμου, έτσι όπως υποβλήθηκαν στην επίσημη πλατφόρμα διαβούλευσης.
Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου έθεσε σε διαβούλευση στις 11 Μαΐου 2026 το σ/ν για την εφαρμογή του Συμφώνου της ΕΕ για την Μετανάστευση και το Άσυλο με σκοπό την υιοθέτηση των απαιτούμενων εθνικών μέτρων για την εφαρμογή/ενσωμάτωση των σχετικών Κανονισμών/Οδηγιών του Συμφώνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μετανάστευση και το Άσυλο, και που αναμένεται να τεθούν σε ισχύ τον Ιούνιο 2026.
H HIAS Greece κατέθεσε τα σχόλια της στη δημόσια διαβούλευση επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, το οποίο οδηγεί σε εκ βάθρων αναμόρφωση του ελληνικού συστήματος διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτους, εκφράζουμε τις ανησυχίες μας σχετικά με βασικές διατάξεις του κειμένου, καθώς και για τη διαδικασία ενσωμάτωσης του Συμφώνου σε εθνικό επίπεδο.
Ακολουθούν οι παρατηρήσεις της οργάνωσης επί του σχεδίου νόμου, έτσι όπως υποβλήθηκαν στην πλατφόρμα διαβούλευσης opengov.gr.
Άρθρο 5
Ο περιορισμός ελευθερίας συνιστά κράτηση και πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση.
Άρθρο 8
Δεν οριζεται στον Κανονισμό 2024/1356 ότι η επαλήθευση της ιθαγένειας πρέπει να γίνεται κατά το στάδιο διαλογής, μόνο μνεία σε περίπτωση αμφιβολίας. Στο μέτρο που η διαδικασία διαλογής δεν περιβάλλεται από διαδικαστικές εγγυήσεις κατά τον ίδιο τρόπο με τη διαδικασία ασύλου, η “επαλήθευση” της ταυτότητας και της ιθαγένειας θα πρέπει να περιορίζεται στην καταγραφή των δηλώσεων του αιτούντα και τυχόν επαλήθευση να γίνεται μόνο μέσω των προσκομιζόμενων εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία διαλογής δεν είναι η κατάλληλη προκειμένου να διατυπωθούν εκτιμήσεις από τις Αρχές ενάντια στις δηλώσεις του αιτούντα. Εάν η “επαλήθευση” αποκτήσει τέτοιο περιεχόμενο, θα πρέπει να περιβληθεί με διαδικαστικές εγγυήσεις, ήτοι τήρηση πρακτικών, προηγούμενη ακρόαση του αιτούντα, εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δυνατότητα προσφυγής. Επί του παρόντος, η διαδικασία εξακρίβωσης της ιθαγένειας κατά το στάδιο υποδοχής και ταυτοποίησης, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους αιτούντες άσυλο, καθώς πρόκειται για εκτίμηση παντελώς αναιτιολόγητη, που τους ακολουθεί έως το τέλος της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, υπάρχουν μάλιστα πολλές τέτοιες υποθέσεις που έχουν καταλήξει στα διοικητικά δικαστήρια και έχουν ευδοκιμήσει στο στάδιο της χορήγησης προσωρινής προστασίας.
Άρθρο 9
Να προστεθεί μνεία για την περίπτωση μη ολοκλήρωσης του προκαταρκτικού ιατρικού ελέγχου, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του παρόντος για την περίπτωση μη ολοκλήρωσης του ελέγχου ευαλωτότητας, ώστε να μπορεί να συνεχιστούν και οι δύο διαδικασίες στα μεταγενέστερα στάδια ασύλου εξίσου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 στ. δ΄ και ε’ του Κανονισμού 2024/1356, στο έντυπο ελέγχου διαλογής πρέπει να αναφέρονται πληροφορίες σχετικά τόσο με τον προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο όσο και με τον έλεγχο ευαλωτότητας.
Άρθρο 10
Αντίθετο με το άρθρο 8 του Κανονισμού 2024/1356 που προβλέπει πως οι προθεσμίες για την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής εκκινούν από τη σύλληψη στην περιοχή των εξωτερικών συνόρων, την αποβίβαση στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους ή την προσέλευση στο συνοριακό σημείο διέλευσης του ατόμου και όχι από την άφιξή του στο υποδεικνυόμενο σημείο διαλογής. Η παρούσα διατύπωση δημιουργεί περιθώρια καταχρηστικής εφαρμογής από τη Διοίκηση που είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά των αιτούντων/αιτουσών στα σημεία διαλογής, καθώς και νομική αβεβαιότητα (legal limbo) κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται της διαδικασίας διαλογής.
Άρθρο 11
Το εδ. α΄ της παρ. 3 πρέπει να διαγραφεί καθώς ανατρέπει το τεκμήριο ανηλικότητας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίας της/του αιτούσας/ούντος άσυλο.
Άρθρο 13
Η είσοδος των δικηγόρων σε δημόσια καταστήματα δεν υπόκειται σε αδειοδότηση από την ΥπΥΤ, αλλά υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 34 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208). Επίσης, να διαγραφεί η διάταξη περί μη πρόσβασης πριν την ολοκλήρωση του ελέγχου ασφαλείας.
Ανεξάρτητος Μηχανισμός Παρακολούθησης
Απουσιάζει εντελώς το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356 που ορίζει τη σύσταση του Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ελέγχου διαλογής και της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα. Αντιθέτως, η σχετική ρύθμιση για ανάθεση στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ) της αρμοδιότητα του Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης, κατατέθηκε στην Βουλή των Ελλήνων αποκομμένη από τις λοιπές διατάξεις του Συμφώνου, σε σχέδιο νόμου άνευ συνάφειας, και χωρίς να έχει τύχει δημόσιας διαβούλευσης, όπως θα επέβαλλαν οι κανόνες καλής νομοθέτησης.
Ωστόσο, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για την ανεξάρτητη λειτουργία της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, και μάλιστα σε θέματα επαναπροωθήσεων, δηλαδή παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα, οι οποίες έχουν διατυπωθεί πρόσφατα και στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου A.R.E. κατά Ελλάδας (No. 15783/21) της 07.01.2025.
Περαιτέρω, δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη μεθοδολογία με την οποία η ΕΑΔ διερευνά περιστατικά αναγκαστικής εξαφάνισης ατόμων που ζητούν άσυλο, δεδομένου ότι σχετικό εγχειρίδιό της δεν έχει ούτε δημοσιευθεί ούτε γνωστοποιηθεί σε σχετικές αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.
Η Αρχή δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει ούτε μία έκθεση σχετικά με τις καταγγελίες για επαναπροωθήσεις, πέρα από μια που δημοσίευσε τον Μάιο του 2022, ούτε έχει παράσχει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με τον τρόπο χειρισμού τέτοιων καταγγελιών, παρά τις συστάσεις της Επιτροπής να το πράξει. Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι έρευνες της ΕΑΔ σχετικά με περιστατικά pushback καταλήγουν κατά συντριπτική πλειοψηφία σε κλείσιμο των υποθέσεων. Αυτό δημιουργεί ανησυχίες όσον αφορά τόσο την επάρκεια όσο και την ταχύτητα των ερευνών που διεξάγει η Αρχή, όπως έχουν επανειλημμένα επισημάνει οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην Επιτροπή.
Επιπλέον, η προτεινόμενη ρύθμιση στο εν λόγω νομοσχέδιο δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356 καθώς αγνοεί τις κατευθυντήριες οδηγίες που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) να εκδώσει. Ο ευρωπαϊκός αυτός οργανισμός εξέδωσε σχετικό Οδηγό το 2022, όπου ανάμεσα σε άλλα αναφέρεται πως:
- oι εθνικοί διαμεσολαβητές και τα εθνικά όργανα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών μηχανισμών πρόληψης στο πλαίσιο του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων (OPCAT), θα πρέπει να συμμετέχουν στη λειτουργία του μηχανισμού και να λαμβάνονται κατά προτεραιότητα υπόψη κατά την επιλογή των προσώπων που θα διοριστούν για την παρακολούθηση.
- Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ, στα οποία λειτουργεί ο Συνήγορος του Πολίτη (Ombudsman) που ασκεί και τις ειδικές αρμοδιότητες του Εθνικού Μηχανισμού Πρόληψης Βασανιστηρίων, σύμφωνα με το σχετικό Προαιρετικό Πρωτόκολλο του Ο.Η.Ε., η αρμοδιότητα του μηχανισμού παρακολούθησης διαδικασιών διαλογής και συνόρων έχει ανατεθεί στην ομόλογη Ανεξάρτητη Αρχή (Ombudsman), όπως προκύπτει από τη πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη πρόοδο της εφαρμογής του Συμφώνου της 8.5.2026.
- Παράλληλα, ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης μπορεί επίσης να περιλαμβάνει σχετικές διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και δημόσιους φορείς που είναι ανεξάρτητοι από τις αρχές που διενεργούν τον έλεγχο διαλογής. Στο μέτρο που ένας ή περισσότεροι από τους εν λόγω φορείς ή οργανισμούς δεν συμμετέχουν άμεσα στον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης, ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης δημιουργεί και διατηρεί στενούς δεσμούς μαζί τους.
- Θα πρέπει επίσης να είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση όλων των δραστηριοτήτων που αφορούν υπηκόους τρίτων χωρών των οποίων οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα.
Σημειωτέον πως η ΕΑΔ, δεν έχει καταστατικό σκοπό προστασίας και προώθησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
- Τέλος ο μηχανισμός θα πρέπει, κατά τον προγραμματισμό των εργασιών του, να λαμβάνει υπόψη πληροφορίες που προέρχονται από τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών θεσμικών οργάνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των φορέων της ΕΕ και των διεθνών οργανισμών, και να διατηρεί μηχανισμούς συνεργασίας και σχέσεις συνεργασίας μαζί τους, με στόχο τη μεγιστοποίηση των συνεργιών και την ενίσχυση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άρθρο 17
Στην περίπτωση (στ) «ασυνόδευτος ανήλικος», στο χωρίο “ του χωρισμένου ανηλίκου της περ. η) του παρόντος” να διορθωθεί από “περ. η” σε “ιη”, καθώς η περ. (η) είναι ο ορισμός της “διαφυγής” και όχι του “χωρισμένου ανηλίκου”.
Στην περίπτωση (η), να προστεθεί το παράδειγμα “για παράδειγμα εγκαταλείποντας το έδαφος του κράτους μέλους χωρίς την άδεια των αρμόδιων αρχών” που παρατίθεται στην Οδηγία Υποδοχής (άρθρο 2, παρ. 12) και έχει παραλειφθεί εδώ, ως ενδεικτικό της βούλησης του ενωσιακού νομοθέτη.
(ιβ): αυθαίρετος περιορισμός της έννοιας της κράτησης στις περιπτώσεις κράτησης του άρθρου 24, χωρίς κάτι τέτοιο να προβλέπεται στην Οδηγία Υποδοχής, σύμφωνα με την οποία (άρθρο 2, παρ. 9), η «κράτηση» ορίζεται ως: ο περιορισμός σε ειδικό χώρο που επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε αιτούντα, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του/της). Αν ο ενωσιακός νομοθέτης ήθελε να περιορίσει την έννοια της κράτησης αποκλειστικά στις περιπτώσεις του άρθρου 24 (άρθρου 10 της Οδηγίας), θα είχε υιοθετήσει και αντίστοιχη ρητή διατύπωση. Να διορθωθεί ο ορισμός σε: “ο περιορισμός σε ειδικό χώρο, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του/της αιτούντα”.
Η λίστα των αντικειμενικών κριτηρίων είναι υπέρμετρα ευρεία, ιδίως λόγω και του ενδεικτικού και μη εξαντλητικού χαρακτήρα της. Το κριτήριο κινδύνου διαφυγής που συνίσταται στη μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής (ιαη) κρίνεται ιδιαιτέρως προβληματικό, καθώς συντρέχει σχεδόν στο σύνολο των αιτούντων/αιτουσών άσυλο και, ως εκ τούτου, καθιστά “κενό γράμμα” την αρχή ότι η κράτηση επιβάλλεται μόνο ως έσχατο μέτρο. Εξάλλου, η διασφάλιση κατάλληλων συνθηκών υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, συνιστά υποχρέωση των αρμόδιων αρχών δυνάμει της Οδηγίας Υποδοχής. Υπό το πρίσμα, δε, του συστήματος διαδικασιών διαλογής, υποδοχής και ασύλου που εγκαθιδρύει το νέο Σύμφωνο, η διαμονή εκτός των δομών του Υπουργείου καθίσταται σχεδόν ανέφικτη. Ταυτόχρονα, η διαμονή στις εν λόγω δομές δεν θεωρείται, στην πράξη, «γνωστή» διαμονή ούτε από τις αστυνομικές αρχές κατά την επιβολή κράτησης ούτε από τις δικαστικές αρχές κατά τον έλεγχο της νομιμότητάς της.
Άρθρο 20
Στην παράγραφο 3, μετά το “σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι” να προστεθεί το “ή άλλοι επιτακτικοί λόγοι” του άρθρου 6(3) της Οδηγίας Υποδοχής, που έχει παραλειφθεί, καθώς αποδίδει τη βούληση του ενωσιακού νομοθέτη περί χορήγησης ταξιδιωτικών εγγράφων και σε περιπτώσεις που δεν αφορούν σε “σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους”, όπως “περιπτώσεις όπως ο γάμος στενών συγγενών ή το ταξίδι στο πλαίσιο προγράμματος σπουδών ή με ανάδοχες οικογένειες” (αιτιολογική σκέψη 13 της Οδηγίας).
Άρθρο 21
Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι «δεν απαιτείται η έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης για την κατανομή ή μετακίνηση των αιτούντων». Ωστόσο, δεδομένου ότι μια τέτοια μετακίνηση συνεπάγεται και μεταβολή των συνθηκών υποδοχής, καθώς και υπό το πρίσμα της πρόβλεψης ενδίκου μέσου σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής (άρθρο 42), η έκδοση και επίδοση σχετικής ατομικής απόφασης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη μετακίνηση κρίνεται αναγκαία. Η πρόβλεψη αυτή θα διασφαλίσει τη δυνατότητα έγκαιρης άσκησης ενδίκου μέσου, καθώς και την αποφυγή μετακινήσεων που ενδέχεται να χρειαστεί να “αρθούν” σε περίπτωση ευδοκίμησης των αντιρρήσεων.
Άρθρο 22
Να διορθωθεί η αναφορά σε “προσφυγή” στην παράγραφο 5 σε “αντιρρήσεις”. Επιπλέον, στην ίδια παράγραφο, να αντικατασταθεί το “επανεξέταση” με “εξέταση” και να διορθωθεί η παραπομπή στη σχετική διάταξη του Νόμου, καθώς πρόκειται για το άρθρο 33, παρ. 3 και όχι άρθρο 42, παρ. 1.
Άρθρο 23
Η απαγόρευση εξόδου από τις δομές που προβλέπεται στην παράγραφο 2 συνιστά κράτηση (βλ. σχετικά και διαδικασία επί παραβάσει από την Κομισιόν: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/inf_23_142) και πρέπει να απαλειφθεί.
Στην παράγραφο 3, να απαλειφθεί η προϋπόθεση “για εξαιρετικούς λόγους”, καθώς δεν προβλέπεται στην Οδηγία Υποδοχής.
Στην παράγραφο 4 να προστεθεί ότι οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να είναι αναλογικές, όπως προβλέπεται και στην Οδηγία Υποδοχής (άρθρο 9, παρ. 4).
Τέλος, να προβλεφθεί δυνατότητα αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, παρ. 5 της Οδηγίας, ως πρόσθετη δικλείδα διασφάλισης δικαστικού ελέγχου.
Άρθρο 24
Στην παράγραφο 2, εδ. β’, να διορθωθεί η “παρ. 5 του άρθρου 47” σε παρ. 4.
Άρθρο 25
Στην παράγραφο 4, εδ. β’, να απαλειφθεί η αναφορά σε ένδικο μέσο “προσφυγής”, προς αποφυγή συγχύσεων, καθώς δεν προβλέπεται τέτοιο ένδικο μέσο κατά της κράτησης.
Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η επαναφορά του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης ως πρόσθετης δικλείδας διασφάλισης δικαστικού ελέγχου, ιδίως ενόψει του εξαιρετικά χαμηλού αριθμού κρατουμένων που ασκούν το ένδικο μέσο των αντιρρήσεων. Παράλληλα, θα πρέπει να ρυθμιστεί ειδικώς και λεπτομερώς η διαδικασία πρόσβασης των κρατουμένων σε δωρεάν νομική βοήθεια, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και πραγματική πρόσβαση σε αυτήν, καθώς στην πράξη καθίσταται αδύνατη η αυτοπρόσωπη σύνταξη και υποβολή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου των σχετικών αιτήσεων και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα, καθώς και η συλλογή των αναγκαίων υποστηρικτικών εγγράφων, από πρόσωπα που τελούν υπό καθεστώς κράτησης.
Άρθρο 27
Αναφορικά με την παράγραφο 2, η κράτηση ανηλίκων ποτέ δεν μπορεί να είναι στο “βέλτιστο συμφέρον” των παιδιών και, ως εκ τούτου, η σχετική διάταξη πρέπει να απαλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη στο εδ. β’ της δυνατότητας κράτησης ασυνόδευτων ανηλίκων προς “εξασφάλιση της προστασίας τους” πρέπει να απαλειφθεί ως ασαφής, δεδομένης και της σωρείας καταδικαστικών αποφάσεων κατά της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για την πρακτική της “προστατευτικής κράτησης”(βλ. ενδεικτικά Μ.Υ. κατά Ελλάδας, 51980/19, 19-06-2025 και H.A. κ.α. κατά Ελλάδας 19951/16, 28-02-2019).
Άρθρο 31
Να απαλειφθεί η πρόβλεψη εξαίρεσης από μαθήματα γλωσσών και επαγγελματική κατάρτιση όσων υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο άρθρο 18 της Οδηγίας.
Άρθρο 32
Να απαλειφθεί η πρόβλεψη, στη δεύτερη υποπαράγραφο της παραγράφου 1, εξαίρεσης από την πρόσβαση στην αγορά εργασίας “όταν η αίτηση εξετάζεται στη διαδικασία στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348”, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο άρθρο 17 της Οδηγίας.
Άρθρο 33
Στην παράγραφο 3, θα πρέπει να απαλειφθεί ο όρος «άπαξ», δεδομένου ότι τόσο οι υλικές συνθήκες υποδοχής όσο και οι αντίστοιχες περιστάσεις και ανάγκες των αιτούντων/αιτουσών υπόκεινται σε μεταβολές. Επιπροσθέτως να προβλεφθεί και να ρυθμιστεί διαδικασία παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας για τη σύνταξη της σχετικής αίτησης, άλλως καθίσταται αδύνατη η χρήση αυτού του δικαιώματος από τους αιτούντες/ούσες.
Άρθρο 34
Να ρυθμιστεί επακριβώς ο τρόπος διασφάλισης της προβλεπόμενης στην παράγραφο 6 δυνατότητας ενημέρωσης των νομικών συμβούλων για τη μεταφορά και τη νέα διεύθυνση των αιτούντων/αιτουσών, καθώς στην πράξη έχει συμβεί να μην έχουν ενημερωθεί οι νομικοί εκπρόσωποι σχετικά, ιδίως σε περιπτώσεις που οι αιτούντες δε διέθεταν τηλέφωνα.
Άρθρο 37
Να απαλειφθεί στην παράγραφο 1, περ. β’ το εδάφιο “ δεν προσέρχεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, σε προσωπική συνέντευξη εντός της προθεσμίας που τάσσεται”, καθώς δεν προβλέπεται στην Οδηγία Υποδοχής ως λόγος περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής. Οι συνέπειες της μη εμφάνισης σε προσωπική συνέντευξη ρυθμίζονται στον Κανονισμό για τη Διαδικασία Ασύλου και αφορούν στη διοικητική εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας και όχι στις συνθήκες υποδοχής.
Άρθρο 38
Να προστεθούν εδάφια στην παρ. 1 του άρθρου 38 που να αναφέρουν ρητά επιπλέον τις κατηγορίες των επιζώντων ναυαγίων και των συγγενών θυμάτων ναυαγίων, όπως είχε προβλεφθεί στο άρθρο 14 παρ. 8 περ. στ’ Ν 4375/2016 (Α’ 51) και άρθρο 1 περ. λγ’ Ν 4939/2022 (Α’ 111) αντίστοιχα.
Άρθρο 39
Αναφορικά με την παράγραφο 1, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, υπό το πρίσμα και της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, η Οδηγία Υποδοχής επιβάλλει την «εξασφάλιση» κατάλληλου επιπέδου διαβίωσης («Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στον ανήλικο επίπεδο διαβίωσης κατάλληλο για τη σωματική, ψυχική, διανοητική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξή του» – άρθρο 26 παρ. 1 της Οδηγίας). Πρόκειται, δηλαδή, για υποχρέωση “αποτελέσματος” και όχι απλής “επιμέλειας ως προς τα μέσα”. Ως εκ τούτου, η διατύπωση της σχετικής υποχρέωσης ως «πρωταρχικού μελήματος» δεν επαρκεί και η διάταξη χρήζει αναδιατύπωσης.
Άρθρο 40
Στην παράγραφο 2, στα «αντικειμενικά στοιχεία», πέραν της «εμφανούς ανηλικότητας», θα πρέπει να προστεθούν και τυχόν διαθέσιμα έγγραφα του αιτούντος. Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (CRC) έχει κρίνει ότι «τα διαθέσιμα έγγραφα πρέπει να θεωρούνται γνήσια, εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο» και ότι «το πλεονέκτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται στο άτομο που αξιολογείται». Η Επιτροπή έχει επίσης κρίνει ότι η απόρριψη του πιστοποιητικού γέννησης ενός παιδιού ή άλλων επίσημων εγγράφων που πιστοποιούν την ανηλικότητά του, χωρίς να αξιολογηθεί η εγκυρότητά τους ή να επαληθευθούν οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του παιδιού να διατηρήσει την ταυτότητά του (άρθρο 8 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού). Στην υπόθεση M.B. κατά Ισπανίας η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι «τα διαθέσιμα έγγραφα πρέπει να θεωρούνται γνήσια, εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο. Μόνο σε περίπτωση απουσίας εγγράφων ταυτότητας ή άλλων κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων, τα κράτη, προκειμένου να προβούν σε τεκμηριωμένη εκτίμηση της ηλικίας, πρέπει να πραγματοποιούν ολοκληρωμένη αξιολόγηση της σωματικής και ψυχολογικής ανάπτυξης του παιδιού, η οποία διενεργείται από ειδικευμένους παιδίατρους ή άλλους επαγγελματίες που είναι εξειδικευμένοι στο συνδυασμό διαφορετικών πτυχών της ανάπτυξης».
UN CRC, J.A.B. v. Spain, Communication No. 22/2017, 31 May 2019: https://docstore.ohchr.org/SelfServices/FilesHandler.ashx?enc=6QkG1d%2fPPRiCAqhKb7yhslov9FOAeMKpBQmp0X2W982Xq%2f%2b1ueHW5Ba6PGG1Guyk%2fSz7QpGji8vIuiJJ1eaT9Xeq677MBU7iFZ0vP%2frkZddosBPwk%2fhY%2btpP2erP3dVWRrUG5KVFA8uTJ5K83n8ZCzLrcohkwrw%2f3bvPN8f3hos%3d
UN CRC, M.B. v. Spain, Communication No. 28/2017, 28 September 2020: https://docstore.ohchr.org/SelfServices/FilesHandler.ashx?enc=6QkG1d%2fPPRiCAqhKb7yhslov9FOAeMKpBQmp0X2W983A8Aa2ILKeVfB37o8VmycE0MqQF4A%2fM0L5r%2bO%2fS5me%2bgvjzKDl9u2kjgG2w2PMtSw9etYSEz1uXBcb6bvGXZNHqStrlaO9fjdBPD%2f00I%2bKn0pYeie4aRiupgoca0sy4Pc%3d
Άρθρο 41
Στην παράγραφο 2, να επαναφερθεί το χωρίο “και κατάλληλες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων υπηρεσιών αποκατάστασης” (άρθρο 28(2) της Οδηγίας Υποδοχής) που έχει παραλειφθεί.
Άρθρο 42
Η πενθήμερη προθεσμία της παρ. 1 είναι δυσανάλογα σύντομη.
Επιπροσθέτως, κρίνεται αναγκαία η αντικατάσταση του απαιτούμενου μέτρου απόδειξης από πλήρη και παραχρήμα απόδειξη (βλ. παρ. 3) σε απλή πιθανολόγηση, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης φύσης των σχετικών ισχυρισμών. Ειδικότερα, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, οι αιτούντες/αιτούσες χρήζουν μεταφοράς σε διαφορετικές συνθήκες υποδοχής λόγω σοβαρών ζητημάτων υγείας ή άλλων ειδικών αναγκών, χωρίς όμως να διαθέτουν εξαρχής τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης πρόσβασης στις αναγκαίες υπηρεσίες. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση E.F. κατά Ελλάδος (Αρ. Προσφ. 16127/20), στην οποία τα ιατρικά έγγραφα από τη χώρα καταγωγής της αιτούσας, που πιστοποιούσαν ότι ήταν οροθετική, δεν έγιναν δεκτά, ενώ η πρόσβαση στις αναγκαίες εξετάσεις αίματος καθυστέρησε αδικαιολόγητα, συμβάλλοντας στη σοβαρή επιδείνωση της υγείας της. Σε αυτή την περίπτωση, το προβλεπόμενο ένδικο μέσο δεν θα ήταν αποτελεσματικό, εφόσον η αιτούσα δεν θα ήταν σε θέση να αποδείξει παραχρήμα τους ισχυρισμούς της. Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα, και αναφορικά με τις υποθέσεις αιτούντων/αιτουσών άσυλο που ισχυρίζονται ότι είναι ανήλικοι, ωστόσο, εκκρεμούσης της διαδικασίας διαπίστωσης ανηλικότητας, διαβιούν σε ακατάλληλες για ανηλίκους συνθήκες (βλ. T.K. και άλλοι κατά Ελλάδος, Αρ. Προσφ. 16112/20).
Συνεπώς, η ανάγκη συλλογής ιατρικών εγγράφων, διαγνώσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων προϋποθέτει συχνά πρόσβαση σε υπηρεσίες που οι ίδιοι οι αιτούντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν μέσω του ένδικου μέσου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απαίτηση πλήρους απόδειξης κινδυνεύει να καταστήσει το ένδικο βοήθημα κενό περιεχομένου. Σε κάθε περίπτωση, ακριβώς και λόγω του διαφορετικού διακυβεύματος σε σχέση με τις αντιρρήσεις κατά κράτησης, το εν λόγω μέτρο απόδειξης κρίνεται δυσανάλογο.
Στην παράγραφο 4, να εισαχθεί ρητή αναφορά σε πρόσβαση σε δωρεάν νομική βοήθεια και να ρυθμιστεί η αποτελεσματική και πραγματική πρόσβαση σε αυτή (βλ. σχετικά σχόλια στο άρθρο 25).
Άρθρο 96
Σχετικά με την παράγραφο 5: Ο Κανονισμός 2024/1348, στο άρθρο 8 παρ. 3, αναφέρεται σε “υπηρεσίες διερμηνέα” και όχι “υπηρεσίες διερμηνείας”. Εκ της διατύπωσης αυτής συνάγεται ότι η διερμηνεία πρέπει να παρέχεται με τη συνδρομή φυσικού προσώπου (“διερμηνέα”) και όχι μέσω λογισμικών αυτοματοποιημένης μετάφρασης ή υποτιτλισμού ηχητικών δεδομένων μέσω πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Ο διερμηνέας/φυσικό πρόσωπο είναι παράγοντας της διοικητικής διαδικασίας που διαπιστώνει και διασφαλίζει την κατάλληλη επικοινωνία με τον αιτούντα άσυλο και δεν δύναται να υποκατασταθεί ολοκληρωτικά από τεχνολογικά μέσα. Στο ίδιο άλλωστε συμπέρασμα οδηγεί και το γράμμα του άρθρου 13 παρ. 5 του Κανονισμού, το οποίο ομοίως αναφέρεται σε διερμηνείς-φυσικά πρόσωπα.
Άρθρο 97
Στην παράγραφο 2 να προστεθεί ότι στις περιπτώσεις που παραδίδονται τα αναφερόμενα έγγραφα, χορηγείται στον αιτούντα και αντίγραφο του παραδιδόμενου πρωτότυπου εγγράφου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού 2024/1348.
Άρθρο 99
Το προτεινόμενο στην παράγραφο 2 διάστημα των 24 ωρών για την ενημέρωση περί διενέργειας της συνέντευξης επί της ουσίας είναι εξαιρετικά σύντομο και δεν συνάδει με το άρθρο 12 παρ. 1 του Κανονισμού 2024/1348, το οποίο ορίζει ότι εντός του διαστήματος αυτού θα πρέπει ο αιτών να είναι σε θέση να συμβουλευτεί τον νομικό του σύμβουλο ή το πρόσωπο που του παρέχει νομική καθοδήγηση. Άλλωστε, και το άρθρο 15 παρ. 1 του Κανονισμού υπογραμμίζει το δικαίωμα των αιτούντων να συμβουλεύονται με αποτελεσματικό τρόπο νομικό σύμβουλο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Προτείνουμε το διάστημα ενημέρωσης να είναι τουλάχιστον τριών πλήρων ημερών πριν τη διενέργεια της συνέντευξης ουσίας.
Άρθρο 100
Σχετικά με την παράγραφο 3: Η συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας δεν είναι πάντα εφικτό να αποδειχθεί παραχρήμα με δημόσια έγγραφα. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να επιτραπεί η απόδειξη και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο.
Σχετικά με την παράγραφο 6: Επαναλαμβάνεται και εδώ η ένσταση που διατυπώθηκε για το άρθρο 96 παρ. 5, ως προς τη μη νομιμότητα χρήσης τεχνολογικών συστημάτων προς υποκατάσταση του διερμηνέα.
Άρθρο 102
Σχετικά με την παράγραφο 3: Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου. Η τυχόν παροχή νομικής καθοδήγησης από πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, απαγορεύεται και συνιστά αντιποίηση επαγγέλματος. Περαιτέρω, οι ομάδες 15 έως 50 ατόμων ανά συνεδρία είναι εξαιρετικά μεγάλες και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπουν την αποτελεσματική παροχή νομικής καθοδήγησης και συνδρομής, πέραν μιας γενικής ενημέρωσης των αιτούντων για τα δικαιώματά τους.
Άρθρο 103
Σχετικά με την παράγραφο 2: Οι 48 ώρες δεν είναι επαρκές χρονικό διάστημα προκειμένου ο προσφεύγων να επωφεληθεί αποτελεσματικής νομικής συνδρομής για την άσκηση της προσφυγής του. Προτείνεται να παρέχεται νομική συνδρομή το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από δέκα ημέρες πριν την προθεσμία άσκησης προσφυγής, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες συναντήσεις του προσφεύγοντα με τον δικηγόρο του και να συνταχθεί η προσφυγή.
Άρθρο 109
Σχετικά με την παράγραφο 1: Η διατύπωση ότι «Η καταχώριση πραγματοποιείται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήξη των προθεσμιών για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής» δεν μεταφέρει πιστά τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 27 του Κανονισμού2024/1348, που επιτάσσει η καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας να πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση, ήτοι άμεσα με την υποβολή της, και εάν αυτό δεν είναι εφικτό, το αργότερο εντός 5 ημερών. Θα πρέπει να γίνει αναδιατύπωση ώστε να είναι εμφανής η υποχρέωση της Διοίκησης για άμεση καταχώριση των αιτήσεων, ως εξής: «Η καταχώριση πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός πέντε ημερών από τη λήξη των προθεσμιών για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής».
Άρθρο 110
Σχετικά με την παράγραφο 1: Το άρθρο 28 παρ. 1 του Κανονισμού απαιτεί η κατάθεση της αίτησης να γίνεται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 21 ημερών από την καταχώριση. Χρειάζεται να αναδιατυπωθεί η παράγραφος ώστε να αποδίδει το αληθές νόημα της διάταξης του Κανονισμού, ως εξής: «Η κατάθεση της αίτησης του άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ενώπιον των αρμόδιων αρχών κατάθεσης πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός είκοσι μίας (21) ημερών από την καταχώριση της αίτησης».
Άρθρο 118
Σχετικά με την παράγραφο 2: Ο Κανονισμός δεν κάνει λόγο για επίσημες μεταφράσεις. Η δαπάνη επίσημης μετάφρασης εγγράφων αποτελεί σοβαρό πρόσκομμα για την απόδειξη των ισχυρισμών των αιτούντων, ενώ στην περίπτωση μεταγενέστερων αιτήσεων μπορεί να κωλύσει έως και την πρόσβαση στη διαδικασία επί της ουσίας εξέτασης της αίτησης.
Άρθρο 120
Σχετικά με την παράγραφο 5: Η διάταξη αυτή είναι εν μέρει αντιφατική με τις προηγούμενες παραγράφους, στις οποίες ως επί το πλείστον εισάγεται τεκμήριο γνώσης της απόφασης μετά την πάροδο ορισμένου αριθμού ημερών. Ορθότερο θα ήταν να προβλέπεται τρόπος απόδειξης της μη παραλαβής, ιδίως στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής ή ταχυδρομικής αποστολής, και να διευκρινιστεί εν προκειμένω τι συνιστά “διαπιστωμένη μη ανεύρεση του αιτούντος”.
Άρθρο 131
Σχετικά με την παράγραφο 4: Η επιβολή παραβόλου στις μεταγενέστερες αιτήσεις συνιστά αθέμιτο εμπόδιο στην πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί και από την Επιτροπή στις Αρχές ότι αντίκεται στο ενωσιακό δίκαιο. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να καταργηθεί. Σχετικώς παραπέμπουμε στα επιχειρήματα των αιτήσεων ακυρώσεως που εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Άρθρο 151
Παρότι ήδη αντίστοιχες προθεσμίες προβλέπονται στον ισχύοντα Ν. 4939/2022, αυτές ουδέποτε έχουν τηρηθεί από τα δικαστήρια. Επιπλέον, δεν τηρούνται οι σχετικές προθεσμίες του αρ. 15 παρ. 7 του Ν. 3068/2002 (προσωρινή προστασία), με αποτέλεσμα, παρότι ακριβώς λόγω των συντομότατων προθεσμιών δεν προβλέπεται στάδιο έκδοσης προσωρινής διαταγής, τελικώς να εκδίδονται αποφάσεις επί των αιτήσεων αναστολής μετά από αρκετούς μήνες, καθιστώντας το εν λόγω ένδικο βοήθημα αναποτελεσματικό. Προτείνουμε να τεθούν ρεαλιστικές προθεσμίες προς τα δικαστήρια, οι οποίες ούτως ή άλλως είναι ενδεικτικές, και να τροποποιηθεί το αρ. 15 παρ. 7 του Ν. 3068/2002, ώστε να επιτρέπεται και στην κατηγορία αυτή ακυρωτικών διαφορών η έκδοση προσωρινής διαταγής.
Άρθρο 156
Η επιβολή ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της επιστροφής/απομάκρυνσης παραβιάζει τον Κανονισμό. Πουθενά στον εν λόγω Κανονισμό δεν προβλέπεται η επιβολή ποινικών κυρώσεων. Ειδικότερα, τόσο στην υπ’ αριθ. 10 αιτιολογική σκέψη, όσο και στο άρθ. 4 παρ. 4 του Κανονισμού 1349/2024 ορίζεται « Όταν απόφαση επιστροφής δεν μπορεί να εκτελεστεί εντός της μέγιστης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2, τα κράτη μέλη συνεχίζουν τις διαδικασίες επιστροφής σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ», ήτοι δεν προκύπτει η δυνατότητα ποινικής μεταχείρισης.
Συνεπώς, εξακολουθεί να τίθεται ζήτημα ως προς τη συμβατότητα της ποινικοποίησης της παράνομης παραμονής υπηκόων τρίτων χωρών, υπό το φως μάλιστα της νομολογίας του ΔΕΕ, το οποίο στην ιστορική απόφαση-σταθμό C-61/11 PPU El Dridi, 28 Απριλίου 2011, έκρινε ότι η φυλάκιση υπηκόων τρίτων χωρών χωρίς νόμιμες διατυπώσεις, αποκλειστικά επειδή δεν συμμορφώθηκαν με διαταγή απέλασης, αντιβαίνει στην ευρωπαϊκή Οδηγία Επιστροφής 2008/115/ΕΚ. Σύμφωνα με τη σκέψη 62 της απόφασης C-61/11 PPU El Dridi «η οδηγία 2008/115, και ειδικότερα τα άρθρα 15 και 16 αυτής, έχει την έννοια ότι απαγορεύει νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία προβλέπει την επιβολή ποινής φυλακίσεως σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτου κράτους για τον μοναδικό λόγο ότι αυτός, κατά παράβαση διαταγής εγκαταλείψεως του εδάφους του κράτους αυτού εντός ορισμένης προθεσμίας, παραμένει εντός του εν λόγω εδάφους χωρίς να συντρέχει δικαιολογητικός λόγος.»
Άρθρο 157
Η παράγραφος 1 του αρ. 157 πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε να αποδίδει ορθά το περιεχόμενο του άρθ. 5 παρ.1 του Κανονισμού το οποίο υιοθετεί την κράτηση ως έσχατη μόνο λύση, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά δυο κριτήρια, δηλαδή α. εάν αποδεικνύεται αναγκαία βάσει ατομικής εκτίμησης κάθε υπόθεσης και β. εάν δεν μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά μέτρα.
Να προστεθεί ρητά το ένδικο βοήθημα των αντιρρήσεων κατά της απόφασης κράτησης και/ή παράτασης της κράτησης για λόγους ορθότητας και πληρότητας του άρθρου.
Άρθρο 159
Η παρούσα διάταξη δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης του Κανονισμού 2024/1349 σχετικά με τις διαδικασίες επιστροφής στα σύνορα, συνεπώς το άρθρο δεν θα έπρεπε να περιληφθεί στο παρόν Σχέδιο Νόμου. Αντίθετα, το παρόν άρθρο ενσωματώνει ρύθμιση Κανονισμού, η οποία βρίσκεται υπό διαβούλευση και δεν έχει υιοθετηθεί ακόμα.
Σε κάθε δε περίπτωση στο παρόν άρθρο δεν αποτυπώνονται οι ελάχιστες εγγυήσεις που καθιερώνονται στην αντίστοιχη ρύθμιση του υπό διαβούλευση Κανονισμού (ενδεικτικά επισημαίνονται: οι αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στη μεταφορά παράνομα διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών από το έδαφος των κρατών μελών στην τρίτη χώρα, οι όροι παραμονής του υπηκόου τρίτης χώρας στην τρίτη χώρα, οι υποχρεώσεις της τρίτης χώρας, οι συνέπειες σε περίπτωση παραβιάσεων της συμφωνίας ή της ρύθμισης ή σημαντικής αλλαγής, ανεξάρτητος φορέας ή μηχανισμός για την παρακολούθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής της συμφωνίας ή της ρύθμισης)
Άρθρο 163
Kρίνεται σκόπιμη η προσθήκη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, σύμφωνα με την οποία:
«Τα πρόσωπα στα οποία έχουν εφαρμογή τα στοιχεία δ) και ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή η παράγραφος 2 απολαμβάνουν δικαιωμάτων που προβλέπονται ή είναι ανάλογα των προβλεπόμενων στα άρθρα 3, 4, 16, 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης, εφόσον είναι παρόντα στο κράτος μέλος».
Η ενσωμάτωση της ανωτέρω διάταξης είναι αναγκαία, καθώς τα σχετικά δικαιώματα αφορούν στην ίση μεταχείριση, την ελευθερία θρησκείας, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, τη δημόσια εκπαίδευση, την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθώς και τις εγγυήσεις δέουσας διαδικασίας σε περίπτωση απέλασης.
Η πρόβλεψη αυτή διασφαλίζει ότι τα εν λόγω πρόσωπα απολαμβάνουν τα απολύτως αναγκαία δικαιώματα και εγγυήσεις υπό το φως και της νομολογίας του ΔΕΕ (ΕΕ, C-391/16 M, 14/05/2019) κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούν να διατηρούν την ιδιότητα του πρόσφυγα.
H παρ. 4 πρέπει να διορθωθεί καθώς είναι αντίθετη με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. ε΄ του Κανονισμού 2024/1347 το οποίο συγκεκριμένα αναφέρει “ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα ΚΑΙ συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται”. Η τελεσίδικη καταδίκη για σοβαρό έγκλημα και η διαπίστωση ότι το πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας αποτελούν δύο αυτοτελείς και διαφορετικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Συνεπώς, η ύπαρξη τέτοιας καταδίκης δεν αρκεί από μόνη της για να συναχθεί ότι ο δικαιούχος συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας.
H παρ. 5 θα πρέπει να τροποποιηθεί ως εξής: ” Στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε), η αποφαινόμενη αρχή Μπορεί να αποφασίσει να μη χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα, όταν δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας”, προκειμένου να αποτυπώνει ορθά τον Κανονισμό που προβλέπει διακριτική ευχέρεια και επιτρέπει στην αποφαινόμενη αρχή τη στάθμιση των συμφερόντων της χώρας με την εξατομικευμένη προστασία του εν λόγω ατόμου.
Άρθρο 166
Για την πλήρη μεταφορά του Κανονισμού, θα πρέπει να προστεθούν τα εξής : “Το ενημερωτικό υλικό θα πρέπει να είναι μεταφρασμένο σε γλώσσα που κατανοεί ή εύλογα πιθανολογείται οτι κατανοεί ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας”.
Άρθρο 168
Η παρ. 3 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά επαλήθευσης της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης που εκδίδει η Υπηρεσία Ασύλου, όπως φωτογραφία του κατόχου, προκειμένου αυτή να μπορεί να υποκαθιστά την ΑΔΕΤ έως την έκδοσή της νέας άδειας και επομένως να επιτρέπεται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους.
Άρθρο 170
Η παράγραφος 1 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να διαγραφεί η χρονική προθεσμία που τίθεται καθώς και η θέσπιση προστίμου. Η εν λόγω διάταξη, ως έχει, θεσπίζει υπέρμετρες και δυσανάλογες υποχρεώσεις για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, υποχρεώσεις που δεν έχουν Έλληνες ούτε άλλοι αλλοδαποί νομίμως διαμένοντες στην Ελλάδα και επομένως παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία της HIAS Ελλάδος αλλά και άλλων εθνικών και διεθνών οργανισμών, η πλειονότητα των δικαιούχων διεθνούς προστασίας καταλήγουν σε συνθήκες αστεγίας, δεδομένης της έξωσής τους από τις δομές, και με προφανή αδυναμία να συμμορφωθούν πλήρως με την εν λόγω διάταξη.
Άρθρο 171
Το άρθρο 171 δεν προβλέπεται στον Κανονισμό.
Άρθρο 174
Δεδομένου ότι ο Κανονισμός δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη και δεν τα υποχρεώνει να συνδέσουν κάποιες μορφές αρωγής με την συμμετοχή των δικαιούχων διεθνούς προστασίας σε προγράμματα ένταξης, εφόσον αυτά υπάρχουν και λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα, προτείνουμε να διαγραφεί. Υπενθυμίζουμε ότι οι μέχρι τώρα ρυθμίσεις αποκλείουν τους περισσότερους δικαιούχους διεθνούς προστασίας από ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής λόγω των προϋποθέσεων που θέτουν και επιπλέον η Ελλάδα παρά τις προτροπές διεθνών και εθνικών οργανισμών δεν διαθέτει προγράμματα ένταξης, τουλάχιστον σε τέτοια έκταση ώστε να μπορέσει να εξυπηρετήσει το σύνολο των δικαιούχων διεθνούς προστασίας που βρίσκονται στη χώρα. Επομένως οποιαδήποτε σύνδεσή τους με τα ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής καθιστά αδύνατη την πρόσβασή των δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην αρωγή αυτή.
Άλλως και όλως επικουρικώς προτείνεται να αποσυνδέεται η πρόσβαση στην κοινωνική αρωγή από την συμμετοχή των δικαιούχων προστασίας σε μέτρα κοινωνικής ένταξης αν η μη συμμετοχή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ατόμου.
Άρθρο 236
Δεν προβλέπεται στον Κανονισμό η δυνατότητα λήψης περαιτέρω εθνικών μέτρων πέραν όσων προβλέπονται περιοριστικώς σε αυτόν και, ως εκ τούτου, η σχετική αναφορά θα πρέπει να απαλειφθεί. Η πρόβλεψη δυνατότητας υιοθέτησης πρόσθετων εθνικών μέτρων, αφενός, εγείρει σοβαρά ζητήματα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς εισάγει πρόσθετες παρεκκλίσεις από θεμελιώδεις εγγυήσεις, και, αφετέρου, αντιβαίνει στη λογική της ενιαίας ρύθμισης του ζητήματος μέσω Κανονισμού, υπονομεύοντας τη συνοχή και την ομοιόμορφη εφαρμογή του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου.
